Ήταν σαν να εξερράγη βόμβα στα θεμέλια του φεστιβάλ χθες βράδυ. Η περφόρμανς «Re-volt Athens» («Εξ-εγέρσου Αθήνα»), εσκεμμένα ενοχλητική και χαοτική, άνοιξε το θεατρικό ρεπερτόριο της Πειραιώς 260, πυροδοτώντας ποικίλες αντιδράσεις –από τις πιο ενθουσιώδεις μέχρι τις πιο αρνητικές. Λογικό. Τίποτα comme il faut δεν είχε πάνω της. Τίποτα που να μας κάνει σήμερα να μιλάμε για «μια λαμπερή πρεμιέρα». Τέλεια. Τα φεστιβάλ δεν προορίζονται (μόνο) για τέτοιες πρεμιέρες.

Σε ένα εικαστικά δουλεμένο σκηνικό χάος (Τέλης Καρανάνος, Αλεξάνδρα Σιάφκου), φωτισμένο αντισυμβατικά (Oλυμπία Μυτιληναίου), με μια στοίβα από παλιές οθόνες στο πλάι και μια αυτοσχέδια μακέτα της Αθήνας στο μέσον, με τον video-artist Παντελή Μάκκα όσο και τον μουσικό Τηλέμαχο Μούσσα παρόντες στη σκηνή να παράγουν, αντίστοιχα, βίντεο και ηχητικές λούπες σε real-time, η περφόρμανς της Έλλης Παπακωνσταντίνου είχε, ως πρωταγωνίστρια, μια πόλη και μια ηθοποιό, θαρρείς και η μια ήταν εν δυνάμει το alter-ego της άλλης: την Αθήνα και την Ρόζα Προδρόμου.

Κάποτε εκρηκτική, άλλοτε μελαγχολική, με μιαν αυθεντικότητα άφοπλιστική, άμεση και επικοινωνιακά πανίσχυρη, η Προδρόμου, με την εκθαμβωτική ομορφιά και τον πανκ τσαμπουκά, μας ξεναγούσε στην Αθήνα, έχοντας σαν «μπούσουλα» την μακέτα που φτιαχνόταν επί τόπου από ευτελή υλικά. «Α, να η πλατεία Συντάγματος, το κέντρο της πρωτεύουσας!» μας έλεγε με περισσό μπρίο, για να αλλάξει αιφνίδια διάθεση και ύφος και, συνομωτικά, ψυθιριστά, να μας θυμίσει: «Το 2012, εκεί, ένας 77χρονος φαρμακοποιός αυτοκτόνησε. Στο σημείωμα που άφησε πρόσταζε: ‘Πάρτε τα όπλα’». Κοιτώντας μας κατάματα, κάποια άλλη στιγμή, θα μας πει: «Ξέρετε ότι πέρσι τον Αύγουστο, 20% περισσότεροι Γερμανοί τουρίστες ήρθαν στη χώρα μας; Ταυτόχρονα, είχαμε 100.000 πρόσφυγες να συρρέουν στα ελληνικά νησιά, μόνο τον Αύγουστο! Πείτε μου, τι είναι αυτά τα νούμερα; Πώς τα συνηθίσαμε…;»

Χτυπώντας ακαριαία το θυμικό, η Έλλη Παπακωνσταντίνου βάζει το δάχτυλο στη νωπή πληγή. Ανασύρει τα πρόσφατα γεγονότα –εκείνα που έχουν καλυφθεί με πρόχειρο φτηνό τσιρότο. Εκείνα που ακόμη δεν έχουν προλάβει να γίνουν Ιστορία. Ή, αν θέλετε, εκείνα που δεν έχουν νοηματοδοτηθεί όπως αρμόζει και, σαν αποτέλεσμα, έχουν ήδη περάσει στα χωρικά ύδατα της λήθης ή της συνήθειας, του αυτονόητου. «Εντάξει μωρέ, τα ξέρουμε αυτά», όπως έλεγε μια θεατής, χθες βράδυ, στη διπλανή της, εμφανώς ενοχλημένη από την περφόρμανς, την ίδια ώρα που η Προδρόμου, γυμνώνοντας το στήθος της, μεταμορφωνόταν στη θεά των φιδιών της Μινωϊκής Κρήτης κι έπειτα σε οργισμένη πανκ ιέρεια και άγγελο καταστροφής που γκρεμίζει συθέμελα την Αθήνα, ποδοπατώντας την και μιλώντας μας για το τέλμα του συντηρητικού νεοφιλελεύθερου μοντέλου, το kaputalism, τη στερεοτυπική αντιμετώπιση της Ελλάδας από τους ξένους εταίρους και τον κατάλογο του ΤΑIΠΕΔ με τα ελληνικά ακίνητα προς πώληση σε τιμή ευκαιρίας λόγω κρίσης. Video footage από τις πρόσφατες αθηναϊκές οδομαχίες προβάλλονταν μεγεθυμένες στην τεράστια οθόνη του βάθους, κάνοντάς την ηθοποιό να δείχνει αδύναμη, εκτεθειμένη, ολομόναχη -με τη φαντασίωση της ολικής συντριβής σαν μόνη παρηγοριά.

 

Πώς, ύστερα από οξύ ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο, βλάπτονται οι εγκεφαλικές λειτουργίες και ο ασθενής πάσχει από απώλεια μνήμης, αδυναμία επεξεργασίας της σκέψης και των συναισθημάτων; Έτσι, προβοκατόρικα, μοιάζει να αντιμετώπισε το κοινό της η Παπακωνσταντίνου, λέγοντάς του ένα «πώς μπορέσαμε και ξεχάσαμε;», εγείροντας αυτόματα ένα σύμπλεγμα ανάμικτης ενοχής και αμηχανίας. H σκηνοθέτις, πάλι, εργαζόμενη εδώ ως δραματουργός της σκηνής, με τον τρόπο του Ροντρίγκο Γκαρσία και της Ανχέλικα Λίντελ, δεν αποφεύγει, ανά σημεία, τη φλυαρία, την αδυναμία εστίασης ή την εικονογραφική περιγραφικότητα. Χτίζει, όμως, τη δραματουργία της μη γραμμικά, σύνθετα και αντιστικτικά, αξιοποιώντας στατιστικές, άρθρα, στίχους και δικά της κείμενα κι έπειτα αντιπαραβάλλοντας τα με τους αυτοσχεδιασμούς των τριών περφόρμερ, τα βίντεο, τις μουσικές, το θόρυβο και τη σιωπή. Μια δραματουργία από μόνη της συνέθετε η μουσική, έτσι όπως το ηπειρώτικο «Αλησμονώ και χαίρομαι» διαδεχόταν το «Lamento della Nymfa» του Μοντεβέρντι και το ναζιστικό σουίνγκ-έκπληξη του τέλους τους Portishead. Η Παπακωνσταντίνου και οι συνεργάτες της εκθέτουν, έτσι, δίχως υπεκφυγές, την επιθυμία τους να διαπραγματευτούν το σφοδρό ιστορικό μας παρόν. Το εγχείρημά τους δεν έχει ευγένειες. Ούτε ρητορείες. Ούτε, απαραίτητα, μια ριζοσπαστική πρόταση απόδρασης. Έχει όμως πολύ συναίσθημα –οργή, θυμό, παράπονο, απελπισία και μια ειλικρινέστατα εκφρασμένη αμηχανία απέναντι στο Τώρα που γίνεται Ιστορία.

«Ποτέ δεν βρήκαμε το δρόμο μας», όπως δηλώνει η Προδρόμου και, την ίδια στιγμή, μια αμφίσημη εικόνα προβάλλει στην οθόνη του βάθους: το άγαλμα του Ελευθέριου Βενιζέλου. Όπως η πόλη μας, έτσι κι αυτή η παράσταση, παρά τις όποιες διαφωνίες, μέσα στο παλίμψηστο των υλικών της, την ομορφιά και την ασχήμια, τη σαγήνη και την ενόχληση, παράγει ένα είδος αστικής ποιητικότητας αιφνιδιαστικά συγκινητικής.

Φωτογραφίες: Alex Kat

Source: Είδαμε το «Revolt-Athens» , Ήμουν εκεί – Θέατρο – αθηνόραμα.gr